Της Μαρίας Αναστασιάδη
Την ανησυχία του για την ταχεία αύξηση της πιστωτικής δραστηριότητας των τραπεζών, σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, εξέφρασε το κλιμάκιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) της ΕΚΤ, κατά τις συναντήσεις που είχε με τις διοικήσεις των τραπεζών σε ανώτατο επίπεδο.
Πηγές με γνώση των συζητήσεων αναφέρουν ότι οι επόπτες προχώρησαν σε γενικές κατευθύνσεις προς τα πιστωτικά ιδρύματα, καλώντας τα να επιδείξουν αυξημένη προσοχή στον ρυθμό χορηγήσεων, ο οποίος καταγράφεται ιδιαίτερα υψηλός, τη στιγμή που διαφαίνεται επιδείνωση του διεθνούς οικονομικού κλίματος.
Σημειώνεται ότι οι συστημικές τράπεζες, εν μέρει και λόγω των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF), έχουν επιταχύνει σημαντικά τις διαδικασίες χρηματοδότησης επιχειρήσεων. Ως αποτέλεσμα, η πιστωτική επέκταση για το πρώτο τρίμηνο εκτιμάται ότι θα υπερβεί τα 2,5 δισ. ευρώ, προσεγγίζοντας ακόμη και τα 3 δισ. ευρώ. Αντίστοιχη δυναμική καταγράφεται και στη λιανική τραπεζική, με τα στοιχεία να δείχνουν αυξημένη κινητικότητα σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα κατά το ίδιο διάστημα.
Αναθεώρηση προβλέψεων και αυξημένοι κίνδυνοι
Η επιφυλακτικότητα των εποπτικών αρχών εντείνεται σε ένα περιβάλλον όπου οι εκτιμήσεις για την οικονομική ανάπτυξη αναθεωρούνται προς τα κάτω. Ενδεικτικά, η S&P τοποθέτησε την πρόβλεψή της για το 2026 στο 1,7%, ενισχύοντας τους φόβους για επιβράδυνση. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο SSM εκτιμά ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με την ενισχυμένη πιστωτική δραστηριότητα αυξάνονται.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, οι τομείς χρηματοδότησης, τα κριτήρια αξιολόγησης των δανείων, καθώς και οι δείκτες Loan-to-Value (LTV) που εφαρμόζονται. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε σε κλάδους όπου το ενεργειακό κόστος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία των επιχειρήσεων.
Η στάση των τραπεζών και οι επιφυλάξεις των εποπτών
Από την πλευρά τους, τα τραπεζικά στελέχη υπογράμμισαν την εμπειρία τους στη διαχείριση υγιών χαρτοφυλακίων, τα χαμηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), καθώς και την ενισχυμένη κεφαλαιακή τους βάση, η οποία –όπως επισημάνθηκε– επιτρέπει περαιτέρω ανάπτυξη των εργασιών.
Ωστόσο, ο SSM διατύπωσε επιφυλάξεις, επισημαίνοντας ότι ακόμη και μια περιορισμένη άνοδος των επιτοκίων θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος δανεισμού. Σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πιο πιεστικές συνθήκες για τους δανειολήπτες.
Την ίδια στιγμή, εκτιμάται ότι η αύξηση των επιτοκίων, έστω και ήπια, θα ενισχύσει τα έσοδα των τραπεζών από τόκους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, κάθε άνοδος κατά 25 μονάδες βάσης μπορεί να προσθέσει έσοδα της τάξης των 30 έως 50 εκατ. ευρώ για τις συστημικές τράπεζες.
Συζητήσεις πραγματοποιήθηκαν επίσης σχετικά με τις επιπτώσεις από ενδεχόμενες αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των τόκων για δάνεια που εντάσσονται στο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη, καθώς και για το πρόγραμμα «Ηρακλής». Ωστόσο, τα θέματα αυτά δεν αναλύθηκαν σε βάθος, καθώς εκκρεμούν κρίσιμες παράμετροι από σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου.
Παράλληλα, αντίστοιχες επαφές έλαβαν χώρα και με την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία έχει την εποπτεία των μη συστημικών τραπεζών, οι οποίες επίσης εμφανίζουν αυξημένη δραστηριότητα στον τομέα των χορηγήσεων.
Τις επαφές στην Ελλάδα πραγματοποίησε αντιπροσωπεία του SSM με επικεφαλής τον Γενικό Διευθυντή του μηχανισμού, Thijs van Woerden, και τη συμμετοχή του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή, Rolf Klug.







Μ.Η.Τ. 242183