Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε τη Δευτέρα ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες Πληροφοριών κάνουν λανθασμένες εκτιμήσεις, εφόσον θεωρούν ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν επιδιώκει την πλήρη κατάληψη της Ουκρανίας ή την ανάκτηση εδαφών της Ευρώπης που ανήκαν στη Σοβιετική Ένωση.
Η δήλωση Πεσκόφ ήρθε σε απάντηση δημοσιεύματος του Reuters, το οποίο επικαλείται έξι ανώνυμες πηγές με γνώση των αξιολογήσεων των αμερικανικών υπηρεσιών Πληροφοριών. Σύμφωνα με τις πηγές αυτές, η Ουάσινγκτον εκτιμά ότι ο Πούτιν δεν έχει εγκαταλείψει τον στρατηγικό του στόχο να καταλάβει το σύνολο της Ουκρανίας και, σε δεύτερο χρόνο, να διεκδικήσει επιρροή ή έλεγχο σε περιοχές της Ευρώπης που ανήκαν στη Σοβιετική Ένωση, συμπεριλαμβανομένων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ.
Ο Πεσκόφ δήλωσε ότι η Μόσχα δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει την αξιοπιστία των πηγών που επικαλείται το πρακτορείο, ωστόσο τόνισε ότι, εφόσον οι πληροφορίες αποτυπώνουν πράγματι τις επίσημες εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών, τότε αυτές «δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».
«Δεν είναι σε καμία περίπτωση αλήθεια», δήλωσε χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, αναφερόμενος στους ισχυρισμούς περί ρωσικών επεκτατικών σχεδίων πέραν της Ουκρανίας.
Εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών Πληροφοριών
Σύμφωνα με το Reuters, πρόσφατες αλλά και παλαιότερες εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών Πληροφοριών συνεχίζουν να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο Ρώσος πρόεδρος διατηρεί ως στρατηγικό στόχο την πλήρη υποταγή της Ουκρανίας, παρά τις επίσημες ρωσικές διαβεβαιώσεις ότι η Μόσχα δεν συνιστά απειλή για την Ευρώπη.
Η πιο πρόσφατη σχετική έκθεση φέρεται να έχει συνταχθεί στα τέλη Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με μία από τις πηγές. Οι ίδιες αξιολογήσεις, όπως αναφέρεται, παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022 και ευθυγραμμίζονται με τις εκτιμήσεις Ευρωπαίων ηγετών και ευρωπαϊκών υπηρεσιών ασφαλείας.
Οι ευρωπαϊκές αυτές αξιολογήσεις θεωρούν ότι η Ουκρανία αποτελεί τον βασικό, αλλά όχι τον τελικό, στόχο της ρωσικής στρατηγικής, επισημαίνοντας ότι ορισμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής, πρώην μέλη της Σοβιετικής Ένωσης και σήμερα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο μελλοντικών ρωσικών πιέσεων.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής και μέλος της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Κουίγκλι, δήλωσε στο Reuters ότι «οι πληροφορίες ανέκαθεν έδειχναν πως ο Πούτιν επιδιώκει περισσότερα», προσθέτοντας ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις —και ιδιαίτερα η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής— είναι «απολύτως πεπεισμένες» για τον χαρακτήρα της ρωσικής απειλής.
Εδαφικός έλεγχος και διπλωματικές πιέσεις
Η Ρωσία ελέγχει σήμερα περίπου το 20% του ουκρανικού εδάφους και έχει ανακοινώσει μονομερώς την προσάρτηση των περιφερειών Λουχάνσκ, Ντονέτσκ, Χερσώνα και Ζαπορίζια, καθώς και της Κριμαίας.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με δύο πηγές, η κυβέρνηση Τραμπ ασκεί πιέσεις στο Κίεβο να αποσύρει τις ουκρανικές δυνάμεις από μικρά τμήματα των περιφερειών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ που παραμένουν υπό ουκρανικό έλεγχο, στο πλαίσιο μιας προτεινόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας υπό αμερικανική αιγίδα. Το ενδεχόμενο αυτό απορρίπτεται τόσο από τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι όσο και από την πλειονότητα της ουκρανικής κοινής γνώμης.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι «η ομάδα του προέδρου έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο προς τον τερματισμό του πολέμου», υποστηρίζοντας ότι μια συμφωνία «βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ».
Αντικρουόμενα μηνύματα από την Ουάσινγκτον
Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, η διευθύντρια των Υπηρεσιών Εθνικών Πληροφοριών των ΗΠΑ, Τάλσι Γκάμπαρντ, ανέφερε ότι οι αμερικανικές αξιολογήσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα πως η Ρωσία «επιδιώκει να αποφύγει έναν ευρύτερο πόλεμο με την Ευρώπη». Παράλληλα, σημείωσε ότι οι επιχειρησιακές δυνατότητες των ρωσικών δυνάμεων δεν επαρκούν, επί του παρόντος, για την κατάληψη και διατήρηση του συνόλου της Ουκρανίας, πόσο μάλλον της Ευρώπης.
Οι δηλώσεις αυτές υπογραμμίζουν τη διαφοροποίηση μεταξύ πολιτικών τοποθετήσεων και υπηρεσιακών εκτιμήσεων στο εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης, καθώς και τις αντιφάσεις που συνοδεύουν τις εν εξελίξει διπλωματικές προσπάθειες.







Μ.Η.Τ. 242183