«Όταν ετοιμάστηκε ο Ρόμπερτ Πάουελ, είδα τον Χριστό μπροστά μου». Αυτή ήταν η αυθόρμητη αντίδραση του Γιώργου Βογιατζή, που υποδύθηκε τον Ιωσήφ στη θρυλική τηλεοπτική σειρά «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ» (1977), τη στιγμή που αντίκρισε για πρώτη φορά τον Πάουελ ντυμένο ως Ιησού.
Δεν ήταν όμως ο μόνος. Κάθε φορά που εμφανιζόταν στο πλατό, επικρατούσε σιγή. Οι τεχνικοί και οι ηθοποιοί σταυροκοπιόνταν, ενώ οι βωμολοχίες κόβονταν μαχαίρι. Ήταν σαν να υπήρχε κάτι σχεδόν υπερφυσικό στην παρουσία του. Ο ασθενικός Βρετανός με τα κατσαρά μαλλιά και τα χοντροκομμένα γυαλιά κατάφερε να ενσαρκώσει όχι μόνο έναν ρόλο, αλλά μια παγκόσμια εικόνα. Το πρόσωπό του έγινε η ενσάρκωση του Χριστού στη σύγχρονη συλλογική συνείδηση.
Η μίνι σειρά του Φράνκο Τζεφιρέλι, με τη σκηνοθετική της επιβλητικότητα και τις συγκλονιστικές ερμηνείες, ξεπέρασε τα όρια της πίστης και συγκίνησε ακόμη και τους μη θρησκευόμενους. Η αναπαράσταση του Θείου Δράματος αγγίζει την ψυχή, δημιουργώντας μια κατανυκτική ατμόσφαιρα που μένει χαραγμένη μέσα σου.
Η πρώτη προβολή της, στις 27 Μαρτίου 1977 από την ιταλική τηλεόραση, θεωρείται σταθμός: ένα τηλεοπτικό γεγονός που χάρισε στην ανθρωπότητα εικόνες χριστιανικής ανθολογίας.
Η επιτυχία ήταν καταιγιστική. Η σειρά έγινε παγκόσμιο φαινόμενο, σημείωσε ρεκόρ τηλεθέασης, και κατάφερε να αποσβέσει το αστρονομικό –για την εποχή– κόστος παραγωγής της (16-18 εκατ. δολάρια). Δεν άργησε να κατακτήσει τη θέση του πιο δημοφιλούς προγράμματος της Μεγάλης Εβδομάδας, ένα «τελετουργικό» που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο σε εκατομμύρια σπίτια.
Μόλις 371 λεπτά ήταν αρκετά για να ενθρονιστεί ο Ρόμπερτ Πάουελ ως ο πιο αναγνωρίσιμος Χριστός στην ιστορία της τηλεόρασης. Και κάπως έτσι γεννήθηκε και ο αστικός μύθος: μήπως τον χτύπησε η «κατάρα του Χριστού»; Εκείνη που θέλει τους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τον Ιησού να χάνονται από την υποκριτική σκηνή για πάντα…
Από το σημείο μηδέν, στην αιωνιότητα
Όλα άρχισαν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1973, όταν ο Φράνκο Τζεφιρέλι ανέλαβε το πιο φιλόδοξο πρότζεκτ της καριέρας του: τη μεταφορά της ζωής του Ιησού Χριστού στην τηλεόραση, για λογαριασμό της κρατικής RAI. Το εγχείρημα ήταν τόσο μεγαλεπήβολο, που χρειάστηκε ακόμη και η έγκριση –και σύμφωνα με κάποιες πηγές, η παρότρυνση– του ίδιου του Πάπα Παύλου ΣΤ’, ο οποίος ευλόγησε την παραγωγή και λειτούργησε ως άτυπος θεματοφύλακας της πιστότητας του έργου.
Η υποστήριξη του Ποντίφικα αποδείχθηκε καθοριστική για να ξεπεραστούν εμπόδια και κυρίως για να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση του εγχειρήματος, που φάνταζε τεράστιο ακόμη και για τα δεδομένα του σινεμά, πόσο μάλλον της τηλεόρασης. Ο παραγωγός Lew Grade είχε αρχικά στο μυαλό του τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν για τη σκηνοθεσία, όμως κατέληξε στον πιο συμβατικό αλλά οπτικά εντυπωσιακό Τζεφιρέλι, που είχε ήδη κερδίσει κοινό και κριτικούς με τα κινηματογραφικά του έργα πάνω στον Σαίξπηρ.
«Ήταν σαν να φυσούσε ούριος άνεμος», θα πει αργότερα ο ίδιος ο Τζεφιρέλι, ο οποίος έθεσε εξαρχής έναν στόχο: να δημιουργήσει μια βιογραφία του Ιησού με ιστορική ακρίβεια και θεολογική καθολικότητα. Έτσι, ξεκίνησε μια πρωτοφανής έρευνα. Βιβλικοί μελετητές, θεολόγοι, ιστορικοί και ακαδημαϊκοί από κάθε δόγμα και κάθε ήπειρο συνέβαλαν στη δημιουργία μιας αφήγησης που να είναι αποδεκτή από όλους – ακόμη και από μη θρησκευόμενους.
Η σειρά είχε τη συνεργασία του Βατικανού, της Ραβινικής Σχολής του Λονδίνου, αλλά και ισλαμικών θεσμών, όπως το Κορανικό Σχολείο του Μαρόκου. Το σενάριο, στο οποίο εργάστηκε προσωπικά ο Τζεφιρέλι, εμπλουτίστηκε με τη συμβολή του Άντονι Μπέρτζες, γνωστού για το Κουρδιστό Πορτοκάλι, φέρνοντας έναν απρόσμενα αντισυμβατικό τόνο στην αφήγηση του Θείου Πάθους.
Στο μουσικό μέρος, την ατμόσφαιρα έντυσε ο σπουδαίος Μορίς Ζαρ, ο οποίος είχε ήδη γράψει ιστορία με τις μουσικές του για τον Λόρενς της Αραβίας και τον Δρ. Ζιβάγκο. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ήχος βαθιά συγκινητικός και αιώνια αναγνωρίσιμος.
Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στο Μαρόκο, σε βερβέρικα χωριά που στήθηκαν για να θυμίζουν τη Ναζαρέτ. Η Τυνησία φιλοξένησε σκηνές που αναπαριστούσαν την Ιερουσαλήμ, ενώ το παγκόσμιο ενδιαφέρον ήταν τόσο μεγάλο που κορυφαίοι ηθοποιοί έκαναν ουρά για έναν μικρό ρόλο.
Ο ίδιος ο σερ Λόρενς Ολίβιε ζήτησε να συμμετάσχει, λέγοντας: «Δεν κάνω για Πιλάτος, ούτε για Καϊάφας. Άσε με να παίξω τον Νικόδημο». Και έτσι έγινε.
Το καστ γέμισε με θρύλους της εποχής: Πίτερ Ουστίνοφ, Άντονι Κουίν, Κρίστοφερ Πλάμερ, Έρνεστ Μπόργκναϊν, Αν Μπάνκροφτ, Κλαούντια Καρντινάλε… Όλοι ήθελαν να γίνουν μέρος αυτής της ιερής κινηματογραφικής εμπειρίας.
Απέμενε όμως το πιο κρίσιμο: Ποιος θα υποδυόταν τον Ιησού;
Οι πρώτες σκέψεις στράφηκαν σε μεγάλα ονόματα: Ντάστιν Χόφμαν, Αλ Πατσίνο… Μέχρι που η σύζυγος του παραγωγού πρότεινε έναν σχετικά άγνωστο Βρετανό που είχε δει στην τηλεόραση του BBC: τον Ρόμπερτ Πάουελ. Ο Τζεφιρέλι δέχτηκε να τον δοκιμάσει – αρχικά για τον ρόλο του Ιούδα. Όταν όμως τον κοίταξε στα μάτια, κατάλαβε πως είχε μπροστά του κάτι ξεχωριστό.
«Τα μάτια του είχαν μια άλλη λάμψη», θα πει αργότερα. Και κάπως έτσι, γεννήθηκε ο πιο αναγνωρίσιμος κινηματογραφικός Ιησούς της σύγχρονης εποχής.
Τα παραλειπόμενα μιας τεράστιας παραγωγής
Για να δώσει στον Ιησού μια υπερβατική αύρα, ο Τζεφιρέλι επιστρατεύει ένα έξυπνο τρικ: ο Χριστός δεν ανοιγοκλείνει σχεδόν ποτέ τα μάτια του! Μόλις μια φορά σε όλη τη σειρά – και αυτό αρκούσε για να μοιάζει η μορφή του με κάτι παραπάνω από άνθρωπο.
Στο καστ της σειράς παρελαύνουν εφτά βραβευμένοι με Όσκαρ και έξι ακόμα υποψήφιοι, από τον Λόρενς Ολίβιε και τον Άντονι Κουίν μέχρι την Αν Μπάνκροφτ και τον Κρίστοφερ Πλάμερ. Ο Πίτερ Ο’Τουλ είχε πάρει τον ρόλο του Ιούδα αλλά αποχώρησε λόγω υγείας, ενώ ο Έλληνας Γιώργος Βογιατζής που υποδύεται τον Ιωσήφ ντουμπλαρίστηκε στα αγγλικά από άλλον.
Ο Τζεφιρέλι ονειρευόταν τον Μαστρογιάννι ως Πιλάτο αλλά τελικά επέλεξε τον Ροντ Στάιγκερ, τον οποίο αποκάλεσε αργότερα «υπέροχο». Το σενάριο βασίστηκε κυρίως στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, με διαλόγους κατευθείαν από την Καινή Διαθήκη και λέξεις στα αραμαϊκά – ακόμα και εβραϊκά προσπάθησαν, αλλά ο μικρός ηθοποιός δεν τα κατάφερε.
Παρά τις θρησκευτικές ευλογίες, η σειρά απαγορεύτηκε στην Αίγυπτο για «ακατάλληλο περιεχόμενο». Και όσο για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Ρόμπερτ Πάουελ δεν ήταν η αρχική επιλογή. Ο Τζεφιρέλι τον είχε σκεφτεί για Ιούδα, αλλά ένα ειρωνικό σχόλιο του παραγωγού και ένα πρόχειρο δοκιμαστικό άλλαξαν τα πάντα. Με τον μανδύα και τη γενειάδα, μπροστά στην κάμερα του Αρμάντο Νανούτσι, όλοι πάγωσαν. Η βοηθός ενδυματολόγου έκανε τον σταυρό της. Ο Τζεφιρέλι δεν χρειάστηκε άλλη απόδειξη: «Ποιος είμαι εγώ να διαφωνήσω;»
Ο Πάουελ δεν «έκλεψε» τον ρόλο από τον Χόφμαν ή τον Πατσίνο – αυτοί δεν πέρασαν καν από δοκιμαστικό. Ο σκηνοθέτης φοβήθηκε πως τόσο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες δεν θα ταίριαζαν με τον Ιησού. Ο Πάουελ, πάλι, είχε κάτι σχεδόν αγιογραφικό. Το συνεργείο τον κοιτούσε με δέος, απέφευγε τις βρισιές, και στα γυρίσματα της Σταύρωσης, εκείνος πάγωνε ημίγυμνος, τυλιγμένος σε κουβέρτα με κονιάκ και τσιγάρα για παρηγοριά.
Ο ίδιος δηλώνει πως ο ρόλος αυτός τον άλλαξε για πάντα: «Ήταν ένα σημείο καμπής. Ένιωθα ότι κάτι μας καθοδηγούσε, σαν ο αέρας να φυσούσε πάντα με το μέρος μας…».
Διαβάστε τη συνέχεια στο financenews.gr
Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ: Το μυστήριο με το παιδί που υποδύθηκε τον μικρό Ιησού
Η κομμένη σκηνή που δεν είδαμε ποτέ στον «Ιησού από τη Ναζαρέτ»







Μ.Η.Τ. 242183