Λαγκάρντ: Την Ευρώπη ως μια οικονομία που διέρχεται μια βαθιά «υπαρξιακή κρίση», αλλά ταυτόχρονα διαθέτει ένα μοναδικό παράθυρο στρατηγικής ανασύνταξης, περιέγραψε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, σε συνέντευξή της στους Financial Times.
Η επικεφαλής της ΕΚΤ έθεσε στο επίκεντρο της κριτικής της τα διαρθρωτικά εμπόδια που εξακολουθούν να κατακερματίζουν την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, υπονομεύοντας την παραγωγικότητα, την καινοτομία και τις επενδύσεις. Επικαλέστηκε στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τα οποία αξιοποιεί και η ΕΚΤ, σύμφωνα με τα οποία τα λεγόμενα «εσωτερικά τελωνεία» εντός της ΕΕ ισοδυναμούν με δασμολογική επιβάρυνση περίπου 110% στις υπηρεσίες και 60% στα αγαθά, περιορίζοντας δραστικά τη διασυνοριακή οικονομική δραστηριότητα και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.
Σύμφωνα με τη Λαγκάρντ, το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν εντοπίζεται στη νομισματική πολιτική, αλλά στον θεσμικό και κανονιστικό κατακερματισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας. Απαντώντας εμμέσως στις προτάσεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν για αναθεώρηση των στόχων της ΕΚΤ, υποστήριξε ότι ούτε μηδενικά επιτόκια ούτε νέα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης μπορούν να άρουν τα δομικά εμπόδια της ενιαίας αγοράς.
Υπενθύμισε ωστόσο ότι, βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών, η ΕΚΤ, παρότι έχει ως πρωταρχική αποστολή τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών, οφείλει παράλληλα να λαμβάνει υπόψη ευρύτερους μακροοικονομικούς παράγοντες, όπως η απασχόληση, η παραγωγικότητα και οι επιπτώσεις της κλιματικής μετάβασης.
Κομβικό ρόλο στη μελλοντική αναπτυξιακή στρατηγική της Ευρώπης απέδωσε η Λαγκάρντ στην ολοκλήρωση μιας πραγματικής Ένωσης Κεφαλαιαγορών, επισημαίνοντας ότι η αδυναμία χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων εντός της ΕΕ οδηγεί σε διαρροή κεφαλαίων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και ενισχύει τη χρηματοπιστωτική εξάρτηση της Ευρώπης από τρίτες αγορές. Παράλληλα, εξέφρασε έντονη ανησυχία για τη συστηματική φυγή ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων, καλώντας κράτη-μέλη και ευρωπαϊκούς θεσμούς να αναλάβουν πολιτικό κόστος για την άρση χρόνιων θεσμικών αγκυλώσεων.
Τέλος, εμφανίστηκε θετική στο ενδεχόμενο κοινής ευρωπαϊκής έκδοσης ομολόγων για την ενίσχυση της άμυνας, παραλληλίζοντας τη συγκυρία με την κοινή δημοσιονομική απάντηση της ΕΕ κατά την πανδημία. Όπως τόνισε, η άμυνα δεν αποτελεί απλώς οικονομική επιλογή, αλλά ζήτημα συλλογικής ασφάλειας και ευρωπαϊκής επιβίωσης.







Μ.Η.Τ. 242183