Οι ακραίες θερμοκρασίες που καταγράφηκαν τις τελευταίες εβδομάδες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες επαναφέρουν στο προσκήνιο το οικονομικό αποτύπωμα της κλιματικής αλλαγής. Αν και οι πρόσφατοι καύσωνες δεν εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν ουσιαστικά την ανάπτυξη της Ευρωζώνης μέσα στο 2026, η μακροπρόθεσμη εικόνα είναι σαφώς πιο ανησυχητική, σύμφωνα με ανάλυση της Capital Economics.
Ο οίκος εκτιμά ότι, στο δυσμενές σενάριο όπου η μέση θερμοκρασία του πλανήτη αυξηθεί κατά 3 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, η οικονομική παραγωγή της Ευρωζώνης θα είναι έως το 2050 περίπου 5% χαμηλότερη σε σύγκριση με το βασικό σενάριο, το οποίο προβλέπει άνοδο της θερμοκρασίας κοντά στους 2 βαθμούς.
Το φετινό κύμα καύσωνα οδήγησε σχεδόν τις μισές από τις 854 ευρωπαϊκές πόλεις που εξετάστηκαν να καταγράψουν νέα ιστορικά υψηλά θερμοκρασίας, εντείνοντας τις ανησυχίες για τις οικονομικές επιπτώσεις των ολοένα συχνότερων ακραίων καιρικών φαινομένων. Εκτιμήσεις που επικαλείται η Capital Economics αναφέρουν ότι οι καύσωνες θα μπορούσαν να περιορίσουν το ΑΕΠ των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης κατά 5% έως 7% μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Ωστόσο, οι αναλυτές θεωρούν ότι η επίδραση των φετινών υψηλών θερμοκρασιών θα παραμείνει περιορισμένη, καθώς η διάρκειά τους ήταν σχετικά μικρή και δεν έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής σημαντικές επιπτώσεις στους δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ακόμη και κλάδοι που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτοι, όπως οι κατασκευές, δεν εμφανίζουν αξιοσημείωτη επιβράδυνση.
Η εικόνα αυτή εξηγείται εν μέρει από τη μικρή συμμετοχή των περισσότερο εκτεθειμένων τομέων στο συνολικό προϊόν της Ευρωζώνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γεωργία, η οποία αντιστοιχεί μόλις στο 1,7% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Στην Ελλάδα, όπου η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα είναι υψηλότερη, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 4,1%.
Η Capital Economics επισημαίνει ότι η κλιματική αλλαγή δεν επηρεάζει μόνο την οικονομική ανάπτυξη. Μεταβάλλει επίσης τα πρότυπα ενεργειακής κατανάλωσης, επηρεάζει τη ζήτηση στον τουρισμό, αυξάνει τη μεταβλητότητα του πληθωρισμού και δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.
Παρότι οι φυσικές καταστροφές προκαλούν απώλειες σε παραγωγικό κεφάλαιο, μέρος αυτών αντισταθμίζεται από τις επενδύσεις που απαιτούνται για την αποκατάσταση των ζημιών και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας υποδομών και κτιρίων. Ωστόσο, οι επενδύσεις αυτές απορροφούν πόρους που διαφορετικά θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε πιο παραγωγικές δραστηριότητες.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του οίκου, στο δυσμενές σενάριο η μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης θα είναι χαμηλότερη κατά περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Έτσι, η συνολική ανάπτυξη της περιόδου 2022-2050 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί λίγο πάνω από το 21%, έναντι περίπου 27,5% στο βασικό σενάριο. Παράλληλα, έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει δείξει ότι ο καύσωνας του 2022 συνέβαλε στην αύξηση των τιμών των τροφίμων κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες και του συνολικού πληθωρισμού κατά 0,3 μονάδες, επιβεβαιώνοντας ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής εκτείνονται πολύ πέρα από την οικονομική ανάπτυξη.
Διαβάστε επίσης: Γιατί η Capital Economics αισιοδοξεί για την ελληνική οικονομία κόντρα στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή







Μ.Η.Τ. 242183