«Ντεμέκ φίλος σου ήταν, αλλά μόλις χρειάστηκες βοήθεια, έκανε ότι δεν σε ξέρει». Τι σημαίνει ντεμέκ, μια λέξη που ακούμε κάθε τόσο, ίσως την έχουμε πει κι εμείς
Η λέξη «ντεμέκ» προέρχεται από την τουρκική γλώσσα και πιο συγκεκριμένα από το ρήμα demek, που σημαίνει «λέγω, λέω». Στα ελληνικά, έχει πάρει τη σημασία του «δήθεν», «τάχα», «ψεύτικα», «προσποιητά”.
Χρησιμοποιείται κυρίως σε καθομιλουμένη και λαϊκή ομιλία για να δείξει ειρωνεία ή αμφισβήτηση σχετικά με την ειλικρίνεια ή την αυθεντικότητα κάποιου/κάτι.
Για παράδειγμα: Ντεμέκ μάγκας, αλλά όταν ήρθε η ώρα να δείξει θάρρος, έκανε πίσω. Δηλαδή: Τάχα μάγκας, αλλά στην πράξη δεν ήταν.
Διαβάστε στο financenews.gr
Τι σημαίνει η λέξη «πουλέν» και από πού προέρχεται;
Πώς βγήκε η φράση «δεν έχει τσίπα πάνω της»; Τι είναι η «ξετσίπωτη»
Τι σημαίνει η λέξη «ρεφενέ», από πού προέρχεται και το παράδοξο που συμβαίνει σήμερα
Πηγή φωτογραφίας: pexels.com







Μ.Η.Τ. 242183