Ξεκινά σήμερα, 28 Απριλίου, στη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας η πρώτη διεθνής διάσκεψη αφιερωμένη αποκλειστικά στη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών πιέσεων και ενεργειακής αβεβαιότητας.
Κυβερνήσεις ισορροπούν μεταξύ πράσινης μετάβασης και ενεργειακής ασφάλειας, επανεξετάζοντας επενδύσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Αρχίζει σήμερα στην Κολομβία η πρώτη διάσκεψη μιας νέας διεθνούς πρωτοβουλίας για τη σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, με τη συμμετοχή 18 κρατών που εργάζονται για τη διαμόρφωση μιας Συνθήκης για τα Ορυκτά Καύσιμα. Η πρωτοβουλία, που συνδιοργανώνεται από την Κολομβία και την Ολλανδία, φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως εναλλακτικό φόρουμ εκτός της παραδοσιακής διεθνούς αρχιτεκτονικής για το κλίμα, εστιάζοντας σε πρακτικές λύσεις.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, καθώς και η ευρύτερη γεωπολιτική αστάθεια, αναδεικνύουν τη βαθιά διασύνδεση της ενέργειας με την οικονομία και την ασφάλεια. Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει δομικό στοιχείο του παγκόσμιου συστήματος, καθιστώντας σαφές ότι καμία χώρα δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της τη μετάβαση.
Ωστόσο, ακόμη και κράτη που πρωτοστατούν στην πράσινη ατζέντα επαναξιολογούν τη στρατηγική τους. Η ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια οδηγεί πολλές κυβερνήσεις σε έναν πιο «ρεαλιστικό» δρόμο: επιτάχυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα διατήρηση ή και ενίσχυση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ελληνική προσέγγιση. Η Αθήνα προβάλλει την έννοια του «ενεργειακού ρεαλισμού», όπως αποτυπώθηκε πρόσφατα σε παρεμβάσεις του πρωθυπουργού και υλοποιείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ο στόχος της απανθρακοποίησης παραμένει, ωστόσο η μετάβαση επιδιώκεται με ρυθμούς που δεν θα διαταράξουν την οικονομική σταθερότητα.
Ενδεικτικό της νέας τάσης είναι ότι, σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που επανενεργοποιούν την αξιοποίηση εγχώριων πόρων, προχωρώντας στην πρώτη υπεράκτια εξερεύνηση μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.
Παρόμοιες κινήσεις καταγράφονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Δανία εξετάζει την επέκταση αδειών εξόρυξης στη Βόρεια Θάλασσα, η Γερμανία σχεδιάζει αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου, ενώ η Ολλανδία προχωρά σε νέα έργα παρά τη δέσμευσή της για σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Χαρακτηριστική είναι η στάση της ολλανδικής κυβέρνησης, η οποία, ενώ απορρίπτει την επαναλειτουργία του μεγάλου κοιτάσματος του Χρόνινγκεν και προστατεύει ευαίσθητες περιοχές όπως η Θάλασσα Βάντεν, συνεχίζει επενδύσεις σε άλλα ενεργειακά projects. Όπως επισημαίνουν αξιωματούχοι, η μετάβαση είναι μια σύνθετη και μακροχρόνια διαδικασία που απαιτεί σταδιακή προσαρμογή.
Αντίστοιχα, στη Γερμανία, πρόσφατο πακέτο μέτρων για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους περιλαμβάνει την αξιοποίηση εγχώριων αποθεμάτων φυσικού αερίου, παράλληλα με την ενίσχυση των ΑΠΕ. Στη Γαλλία, η Γερουσία ενέκρινε γεωτρήσεις σε υπερπόντια εδάφη για λόγους ενεργειακής ασφάλειας, ενώ αυξάνονται οι πιέσεις για επέκταση της παραγωγής και στην ηπειρωτική χώρα.
Το δίλημμα δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Στο Μεξικό, η πρόεδρος Κλαούντια Σάινμπαουμ επανεξετάζει τη στάση της απέναντι στην υδραυλική ρωγμάτωση (fracking), αναγνωρίζοντας την ανάγκη μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας.
Την ίδια στιγμή, οι προειδοποιήσεις της επιστημονικής κοινότητας παραμένουν σαφείς. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας είχε ήδη από το 2021 τονίσει ότι δεν πρέπει να εγκριθούν νέα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου εάν ο κόσμος θέλει να συγκρατήσει την υπερθέρμανση στον 1,5°C. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει διαφορετική πορεία: μεταξύ 2021 και 2025 εγκρίθηκαν τουλάχιστον 180 νέα ενεργειακά πεδία.
Η διάσκεψη στην Κολομβία έρχεται, επομένως, σε μια κρίσιμη καμπή. Στόχος της είναι να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ φιλοδοξίας και πραγματικότητας, αναζητώντας συλλογικές λύσεις σε ένα πρόβλημα που υπερβαίνει σύνορα, οικονομίες και πολιτικά συστήματα.
Κρίσιμα ορυκτά: Η Αφρική στο επίκεντρο του γεωοικονομικού μπρα ντε φερ ΗΠΑ-Κίνας







Μ.Η.Τ. 242183