Μη εξυπηρετούμενα δάνεια: Τι μένει άλυτο και απειλεί την αγορά – Οι ρυθμίσεις που δεν έγιναν και πάνε για του χρόνου
Με πολλά ανοιχτά μέτωπα μπαίνει στη νέα χρονιά η αγορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει την τελευταία πενταετία. Οι δείκτες καθυστερήσεων των τραπεζών έχουν υποχωρήσει στο ιστορικό χαμηλό του 3%, σχεδόν ευθυγραμμισμένοι με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, από το εκρηκτικό 50% της προηγούμενης δεκαετίας. Η προσεκτική πολιτική νέων χορηγήσεων και το πιο σταθερό οικονομικό περιβάλλον έχουν μειώσει τον κίνδυνο δημιουργίας νέων «κόκκινων» οφειλών.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί. Τα παλιά χρέη, που έχουν μεταβιβαστεί σε funds μέσω πωλήσεων και τιτλοποιήσεων, παραμένουν στην οικονομία. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα που βρίσκονται στον έλεγχο εταιρειών διαχείρισης ανήλθαν στο τέλος του α’ εξαμήνου του 2025 περίπου στα 80 δισ. ευρώ. Ένας μεγάλος όγκος οφειλών, που κρατά εκτός αγοράς χιλιάδες δανειολήπτες και δημιουργεί στρεβλώσεις στη λειτουργία της οικονομίας.
Τι ζητούν οι servicers
Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, το θεσμικό πλαίσιο έχει βελτιωθεί σημαντικά. Όμως για να επιταχυνθούν οι ρυθμίσεις και να κλείσουν υποθέσεις, απαιτούνται ακόμη παρεμβάσεις που παραπέμπονται για το 2026.
Οι βασικές εκκρεμότητες συνοψίζονται σε οκτώ καίρια ζητήματα:
Πρώτον, η επιτάχυνση της δικαιοσύνης, με μείωση των πολύχροων καθυστερήσεων στις ανακοπές και στις επιδόσεις διαταγών πληρωμής που σήμερα φτάνουν μέχρι και 10 χρόνια. Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει δεσμευθεί για νέα ψηφιακή πλατφόρμα, όμως ο χρόνος μετρά εις βάρος των ρυθμίσεων.
Δεύτερον, βελτιώσεις στον εξωδικαστικό μηχανισμό, όπου παρά τα ρεκόρ ρυθμίσεων, πολλοί δανειολήπτες σταματούν να πληρώνουν μέσα στους πρώτους μήνες. Οι servicers ζητούν είτε άμεση μετάβαση σε πλειστηριασμό είτε υποχρεωτική καταβολή ενός μικρού ποσού στην αρχή της ρύθμισης, ώστε να αποφεύγεται η κατάχρηση του εργαλείου.
Τρίτον, η δυσκολία στην επικοινωνία με τους δανειολήπτες, καθώς μόνο λίγοι έχουν εγγραφεί στις πλατφόρμες των εταιρειών για ενημέρωση. Έτσι, το μέτρο πίεσης παραμένει ο δαπανηρός και χρονοβόρος πλειστηριασμός. Η αγορά ζητά πρόσβαση σε στοιχεία επικοινωνίας, τουλάχιστον για δάνεια που καλύπτονται από το πρόγραμμα «Ηρακλής».
Τα μεγάλα ανοιχτά μέτωπα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι λύσεις που αναμένονται για τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Η κυβέρνηση προετοιμάζει πρόταση, που όμως μετατίθεται συνεχώς χρονικά.
Σε εκκρεμότητα βρίσκεται και η δημιουργία του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, ο οποίος θα προσφέρει δεύτερη ευκαιρία σε ευάλωτα νοικοκυριά, αποκτώντας τις κατοικίες τους και επιτρέποντας μακροχρόνια ενοικίαση και τελικά επαναγορά. Παρά τα 100 εκατ. ευρώ που έχουν δεσμευτεί, ο σχετικός διαγωνισμός μεταφέρεται για το 2026.
Παράλληλα, ζητούμενο είναι η ταχύτερη επιστροφή των ακινήτων που έχουν εκπλειστηριαστεί στην αγορά. Η ωρίμανση ενός ακινήτου απαιτεί κατά μέσο όρο δύο χρόνια, περιορίζοντας την προσφορά σε μια περίοδο αυξημένης ζήτησης. Επίσης, εκκρεμεί η διαδικασία εκποίησης ακινήτων 300 εκατ. ευρώ που απελευθερώνονται μετά την άρση προστασίας μέσω νόμου Κατσέλη.
Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται και η αναμενόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό τόκων στα «κόκκινα» δάνεια. Αν είναι ευνοϊκή για τους δανειολήπτες, ενδέχεται να προκαλέσει ζημιές στους πιστωτές και να επηρεάσει τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή».
Τέλος, σε αναμονή βρίσκονται και οι επαναγορές δανείων από τις τράπεζες. Ο SSM δεν έχει ανάψει ακόμη «πράσινο φως» για μαζικές επαναγορές «πρασινεμένων» δανείων από funds, όμως η αγορά ελπίζει σε άνοιγμα το 2026. Ήδη, οι servicers ξεκινούν πωλήσεις χαρτοφυλακίων με καλά εξυπηρετούμενα δάνεια σε επενδυτές, με πρώτη συναλλαγή 200 εκατ. ευρώ από την DoValue.
Η νέα χρονιά θα κρίνει πολλά
Η αγορά των «κόκκινων» δανείων διαθέτει πλέον τα εργαλεία, αλλά χρειάζεται ταχύτητα και αποφάσεις για να κλείσει μια δεκαετής εκκρεμότητα που επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το 2026 αναμένεται να αποτελέσει χρονιά καθοριστικών εξελίξεων, που θα δείξουν αν το πρόβλημα θα περιοριστεί ουσιαστικά ή θα συνεχίσει να αποτελεί βαρίδι για την ελληνική οικονομία.







Μ.Η.Τ. 242183