Η αύξηση των χορηγήσεων ενισχύει τα έσοδα των τραπεζών, όμως η διατήρηση της πιστωτικής επέκτασης θα εξαρτηθεί από τα επιτόκια της ΕΚΤ
Με ισχυρούς ρυθμούς κινήθηκε η νέα τραπεζική χρηματοδότηση στο πρώτο μισό του 2026, με τα στεγαστικά δάνεια να αναδεικνύονται στον πιο δυναμικό κρίκο της αγοράς. Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι η στεγαστική πίστη, ύστερα από μακρά περίοδο υποτονικής δραστηριότητας, επιστρέφει στο προσκήνιο, αξιοποιώντας το καλύτερο μακροοικονομικό περιβάλλον, την αποκλιμάκωση του κόστους χρήματος σε σχέση με τα υψηλά της διετίας 2023-2024 και τη μεγαλύτερη διάθεση των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οι επιδόσεις του εξαμήνου αναμένεται να αποτυπωθούν αναλυτικά στα αποτελέσματα β΄ τριμήνου που θα ανακοινώσουν στα τέλη Ιουλίου οι τέσσερις συστημικές τράπεζες. Οι πρώτες ενδείξεις, ωστόσο, δείχνουν ότι η πιστωτική επέκταση κινείται σε υψηλές ταχύτητες, με το retail banking να κερδίζει ξανά έδαφος και τις επιχειρηματικές χορηγήσεις να παραμένουν μεν κυρίαρχες σε απόλυτα μεγέθη, αλλά με πιο ήπιο ρυθμό αύξησης.
Τα στεγαστικά δάνεια σήκωσαν το βάρος της αύξησης
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου 2026 οι νέες χορηγήσεις προϊόντων τακτής λήξης, δηλαδή δανείων με προκαθορισμένη διάρκεια αποπληρωμής, ανήλθαν σε 9,32 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι αυξημένο κατά 10% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, με την ετήσια μεταβολή να αντιστοιχεί σε πρόσθετες χορηγήσεις 831 εκατ. ευρώ.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι ότι περίπου το 80% αυτής της αύξησης προήλθε από τη στεγαστική πίστη. Οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων έφτασαν στο πεντάμηνο τα 1,3 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 105% ή 660 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Πρόκειται για εντυπωσιακή μεταβολή, η οποία αποτυπώνει τόσο τη χαμηλή βάση εκκίνησης των προηγούμενων ετών όσο και την επανενεργοποίηση της ζήτησης για χρηματοδότηση κατοικίας.
Η αύξηση δεν αφορά μόνο τη στεγαστική πίστη. Σημαντική βελτίωση καταγράφηκε και στα καταναλωτικά δάνεια, όπου οι εκταμιεύσεις ενισχύθηκαν κατά 13%, φτάνοντας τα 832 εκατ. ευρώ. Η άνοδος αυτή επιβεβαιώνει ότι η λιανική τραπεζική αρχίζει σταδιακά να αποκτά ξανά ρόλο στην πιστωτική επέκταση, ύστερα από χρόνια περιορισμένης δραστηριότητας.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις παραμένουν ο βασικός πελάτης των τραπεζών
Παρά την εντυπωσιακή άνοδο των στεγαστικών, η επιχειρηματική πίστη εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο όγκο των νέων τραπεζικών χορηγήσεων. Στο πεντάμηνο του 2026, τα νέα επιχειρηματικά δάνεια διαμορφώθηκαν στα 7,03 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ήπια ετήσια αύξηση 1,28%, δηλαδή κατά 89 εκατ. ευρώ.
Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ότι η περιορισμένη μεταβολή στην επιχειρηματική πίστη δεν υποδηλώνει κόπωση, αλλά αντανακλά το γεγονός ότι οι χορηγήσεις προς επιχειρήσεις βρίσκονταν ήδη σε υψηλά επίπεδα τα προηγούμενα χρόνια, σε αντίθεση με τη λιανική τραπεζική, η οποία ξεκινούσε από πολύ χαμηλότερη βάση.
Η εικόνα διαφοροποιείται ανάλογα με το μέγεθος των δανείων. Οι νέες συμβάσεις επιχειρηματικών δανείων έως 250.000 ευρώ ήταν μειωμένες κατά 15% σε σχέση με το 2025, ενώ στα δάνεια από 250.000 έως 1 εκατ. ευρώ η πτώση περιορίστηκε στο 2,9%. Αντίθετα, στις χορηγήσεις άνω του 1 εκατ. ευρώ, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 90% της νέας παραγωγής επιχειρηματικών δανείων, καταγράφηκε αύξηση 3%.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: οι μεγάλες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό κινητήριο μοχλό της δανειοδοτικής δραστηριότητας. Η επίδραση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας παραμένει κρίσιμη, καθώς οι τράπεζες επιτάχυναν τις διαδικασίες χρηματοδότησης για να ολοκληρώσουν δανειοδοτήσεις που συνδέονται με επενδυτικά σχέδια της περιόδου.
Πώς θα περάσει η πιστωτική επέκταση στα έσοδα των τραπεζών
Η αυξημένη παραγωγή νέων δανείων αναμένεται να στηρίξει τα οργανικά έσοδα των τραπεζών μέσα στο 2026. Στο β΄ τρίμηνο, η επίδραση θα φανεί κυρίως στο εισόδημα από προμήθειες, καθώς οι τράπεζες εισπράττουν χρεώσεις κατά την αρχική χορήγηση των δανείων. Από το γ΄ τρίμηνο και μετά, η εικόνα θα αρχίσει να περνά εντονότερα και στο καθαρό έντοκο εισόδημα, καθώς θα ξεκινήσει η είσπραξη τόκων από τα νέα δανειακά υπόλοιπα.
Για το σύνολο της χρήσης, οι αναλυτές αναμένουν αύξηση τόσο των προμηθειών όσο και των εσόδων από τόκους, με την πορεία των επιτοκίων να παίζει καθοριστικό ρόλο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όχι μόνο σταμάτησε τις μειώσεις επιτοκίων, αλλά προχώρησε τον προηγούμενο μήνα σε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, ενώ δεν αποκλείεται μία ακόμη αντίστοιχη κίνηση έως το τέλος του έτους.
Το νέο περιβάλλον δημιουργεί διπλή επίδραση για τις τράπεζες. Από τη μία πλευρά, τα υψηλότερα επιτόκια στηρίζουν το έντοκο εισόδημα. Από την άλλη, αυξάνουν το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση αν η νομισματική πολιτική γίνει πιο αυστηρή. Προς το παρόν, πάντως, η αγορά δείχνει ότι η ζήτηση παραμένει ισχυρή, ειδικά στα στεγαστικά δάνεια, όπου η ανάγκη απόκτησης κατοικίας και η βελτίωση της οικονομικής εμπιστοσύνης λειτουργούν υποστηρικτικά.
Στα αποτελέσματα των τραπεζών θα ενσωματωθεί και η συνεισφορά των εξαγορών που ολοκληρώθηκαν στον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό τομέα, ενισχύοντας περαιτέρω τη βάση εσόδων τους. Το μεγάλο στοίχημα για το δεύτερο εξάμηνο είναι αν η δυναμική των νέων χορηγήσεων μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να αυξηθεί υπερβολικά ο πιστωτικός κίνδυνος, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια παραμένουν υψηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα.
Διαβάστε επίσης: Άλμα 77% στα στεγαστικά δάνεια – Σε τροχιά ανάπτυξης η αγορά ακινήτων







Μ.Η.Τ. 242183