Σημαντικές κεφαλαιακές απώλειες υπέστησαν το 2025 οι Έλληνες επενδυτές που επέλεξαν να τοποθετήσουν κεφάλαια σε αμερικανικά ομόλογα μέσω της εγχώριας αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων.
Στα διαχρονικά προβλήματα της αγοράς αμερικανικού χρέους προστέθηκε η ασταθής και συχνά αντιφατική οικονομική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, κατά το πρώτο έτος της δεύτερης προεδρικής του θητείας, οδηγώντας σε απώλειες που σε ορισμένες περιπτώσεις προσέγγισαν το 9%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ένωσης Θεσμικών Επενδυτών για τις αποδόσεις των διεθνών ομολογιακών αμοιβαίων κεφαλαίων το 2025 (στοιχεία έως τις 23 Δεκεμβρίου), τα αμοιβαία κεφάλαια με έκθεση σε αμερικανικά ομόλογα κατέγραψαν τις χειρότερες επιδόσεις της κατηγορίας, με σωρευτικές απώλειες έως και -8,93%. Αντιθέτως, οι επενδυτές που επέλεξαν ομολογιακά αμοιβαία της ευρωζώνης κατέγραψαν θετικές αποδόσεις της τάξης του 2% έως 3%.
Επίμονα υψηλά yields και πίεση στις τιμές
Οι αρνητικές αποδόσεις των δολαριακών ομολογιακών αμοιβαίων κεφαλαίων το 2025 οφείλονται σε έναν συνδυασμό παραγόντων που επηρέασαν τόσο τη σχέση τιμής–απόδοσης των ομολόγων όσο και τη συναλλαγματική ισοτιμία.
Κεντρικός παράγοντας υπήρξε η άνοδος –ή η παραμονή σε υψηλά επίπεδα– των αποδόσεων (yields) των μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Παρά το γεγονός ότι η Federal Reserve προχώρησε σε μειώσεις των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων, οι αποδόσεις των 10ετών και 30ετών Treasuries παρέμειναν αυξημένες, αντανακλώντας τις ανησυχίες των αγορών για επίμονο πληθωρισμό και αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες του αμερικανικού Δημοσίου.
Υπενθυμίζεται ότι στην αγορά ομολόγων ισχύει ο αντίστροφος κανόνας μεταξύ τιμών και αποδόσεων: όταν τα yields αυξάνονται, οι τιμές των υφιστάμενων ομολόγων υποχωρούν. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε απομείωση της κεφαλαιακής αξίας των τίτλων που διακρατούν τα αμοιβαία κεφάλαια, επιβαρύνοντας τη συνολική τους απόδοση.
Η αρνητική συμβολή της ισοτιμίας
Ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας για τους Ευρωπαίους επενδυτές υπήρξε και η έντονη υποχώρηση του δολαρίου. Σε ένα περιβάλλον χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής από τη Fed, το αμερικανικό νόμισμα κατέγραψε σημαντική αποδυνάμωση έναντι του ευρώ.
Για τα μη αντισταθμισμένα (non-hedged) αμοιβαία κεφάλαια, η συναλλαγματική ζημία από την υποτίμηση του δολαρίου ήταν αρκετή ώστε να εξουδετερώσει –ή και να υπερκαλύψει– τα έσοδα από τους τόκους. Ενδεικτικά, το ευρώ ενισχύθηκε σχεδόν κατά 15% έναντι του δολαρίου μέσα στο 2025, από τα επίπεδα του 1,03 στις αρχές του έτους έως περίπου το 1,18, μεταφράζοντας την ισοτιμία σε καθοριστικό αρνητικό παράγοντα απόδοσης.
Πληθωρισμός, έλλειμμα και δασμοί
Παράλληλα, οι αγορές ανησυχούν έντονα για τη δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ. Το διογκούμενο έλλειμμα και η αυξημένη έκδοση νέων ομολόγων για τη χρηματοδότησή του ενίσχυσαν την προσφορά τίτλων, ασκώντας πρόσθετες πιέσεις στις τιμές.
Την ίδια στιγμή, η εμπορική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, με την επαναφορά και διεύρυνση των δασμών, επιδείνωσε τις πληθωριστικές προσδοκίες. Όσο οι επενδυτές εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2%, απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατήσουν κρατικά ομόλογα, γεγονός που λειτουργεί εις βάρος των τρεχουσών τιμών τους.
Ποσοτική σύσφιξη παρά τις μειώσεις επιτοκίων
Τέλος, παρά τη μείωση των βασικών επιτοκίων, η Federal Reserve συνέχισε για μεγάλο μέρος του έτους την πολιτική ποσοτικής σύσφιξης (quantitative tightening), περιορίζοντας τον ισολογισμό της μέσω μη επανεπένδυσης λήξεων και πωλήσεων ομολόγων. Η αποχώρηση της μεγαλύτερης κεντρικής τράπεζας του κόσμου από την πλευρά της ζήτησης ενίσχυσε τις πιέσεις στις τιμές των αμερικανικών κρατικών τίτλων, επιδεινώνοντας το επενδυτικό περιβάλλον για τα ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια.






Μ.Η.Τ. 242183