Το 2026 εισέρχεται με αυξημένες προσδοκίες για περαιτέρω αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου εντός της επενδυτικής βαθμίδας, σε ένα περιβάλλον σαφώς βελτιωμένων θεμελιωδών μεγεθών, αλλά και υπαρκτών μακροοικονομικών και διαρθρωτικών προκλήσεων, τις οποίες οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά.
Το 2025 αποτέλεσε έτος-ορόσημο για την ελληνική οικονομία, καθώς τον Μάρτιο η Moody’s ολοκλήρωσε τον κύκλο αποκατάστασης της επενδυτικής βαθμίδας, αποτελώντας τον τελευταίο εκ των «big three» που αναβάθμισε την Ελλάδα σε investment grade. Κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους ακολούθησαν περαιτέρω αναβαθμίσεις από τους DBRS Morningstar, S&P και Fitch, ενώ η Scope Ratings είχε προηγηθεί, από τον Δεκέμβριο του 2024, αναβαθμίζοντας τη χώρα σε «BBB». Εντός του 2025, η Scope αναβάθμισε επίσης το outlook της ελληνικής αξιολόγησης σε «θετικό».
Outlook και πιθανότητα χρονικής προτεραιότητας αναβάθμισης
Στην πρακτική των οίκων αξιολόγησης, η μεταβολή του outlook λειτουργεί συχνά ως προπομπός μελλοντικής αναβάθμισης. Υπό αυτή την έννοια, και με βάση τα τρέχοντα δεδομένα, η Scope εμφανίζεται να συγκεντρώνει αυξημένες πιθανότητες να αποτελέσει τον πρώτο οίκο που θα προχωρήσει χρονικά σε νέα αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου.
Ωστόσο, το θετικό outlook δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναβάθμιση, ενώ ιστορικά δεν αποτελεί απαράβατο κανόνα. Σε προηγούμενες περιπτώσεις, οίκοι αξιολόγησης έχουν προχωρήσει σε απευθείας αναβαθμίσεις ακόμη και με «σταθερό» outlook, όταν έκριναν ότι η βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών υπερέβη τις αρχικές τους εκτιμήσεις.
Χρονοδιάγραμμα αξιολογήσεων 2026
Ο πρώτος κύκλος αξιολογήσεων για το ελληνικό χρέος ξεκινά στις 6 Μαρτίου με τη DBRS, ακολουθεί η Moody’s στις 13 Μαρτίου, η Scope στις 20 Μαρτίου, η S&P στις 24 Απριλίου και η Fitch στις 8 Μαΐου.
Ο δεύτερος κύκλος αρχίζει στις 4 Σεπτεμβρίου με τη DBRS. Εφόσον δεν υπάρξουν αλλαγές στα επίσημα ημερολόγια, Moody’s και Scope θα ανακοινώσουν ταυτόχρονα στις 18 Σεπτεμβρίου, ενώ ακολουθούν η S&P στις 23 Οκτωβρίου και η Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Θετικοί καταλύτες για το αξιόχρεο
Οι πλέον πρόσφατες αξιολογήσεις συγκλίνουν σε ένα σαφώς βελτιωμένο πιστοληπτικό προφίλ, με κοινό αφήγημα τη μετάβαση της Ελλάδας σε καθεστώς δημοσιονομικής κανονικότητας και ουσιαστικής αποκλιμάκωσης κινδύνου.
Κεντρικός πυλώνας αποτελεί η διατηρήσιμη δημοσιονομική υπεραπόδοση. Και οι πέντε οίκοι αναγνωρίζουν ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα έχουν παγιωθεί ως νέο σημείο αναφοράς, ενισχύοντας τη δυναμική βιωσιμότητας του χρέους.
Δεύτερος βασικός άξονας σύγκλισης είναι η ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Παρά το υψηλό απόθεμα χρέους, η μεταβολή της δυναμικής του –μέσω ισχυρής ονομαστικής ανάπτυξης, πρωτογενών πλεονασμάτων και ευνοϊκού προφίλ ωριμάνσεων– αξιολογείται θετικά.
Τρίτος καταλύτης αποτελεί η ανθεκτικότητα της οικονομικής μεγέθυνσης, με ρυθμούς κοντά ή άνω του 2%, σε ένα περιβάλλον επιβράδυνσης της Ευρωζώνης.
Τέλος, καθολικά θετική αποτιμάται η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, με σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας και αποκατάσταση της λειτουργικής κερδοφορίας, γεγονός που περιορίζει τους συστημικούς κινδύνους.
Παράγοντες περιορισμού και κίνδυνοι
Παρά τη βελτίωση, το υψηλό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να λειτουργεί ως δομικός περιορισμός της πιστοληπτικής ευελιξίας και να αυξάνει την ευαισθησία της οικονομίας σε αρνητικά σοκ.
Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν επίμονος ανασταλτικός παράγοντας. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και η υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές αξιολογούνται ως βασικές πηγές ευπάθειας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον κίνδυνο δημοσιονομικής χαλάρωσης. Όλοι οι οίκοι προειδοποιούν ότι ενδεχόμενη αποδυνάμωση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής ή της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα μπορούσε να επιδράσει αρνητικά στην αξιολόγηση.
Τέλος, οι εξωτερικοί κίνδυνοι –γεωπολιτικές εντάσεις, εμπορικές συγκρούσεις και διακυμάνσεις στις ενεργειακές τιμές– παραμένουν σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας, παρά τη βελτιωμένη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Πολιτική σταθερότητα και δημογραφικές πιέσεις
Οι οίκοι αξιολόγησης αποδίδουν αυξανόμενη σημασία στην πολιτική σταθερότητα και στη διαχρονική συνέπεια της οικονομικής πολιτικής. Η DBRS αναδεικνύει με τη μεγαλύτερη σαφήνεια τη σημασία της διακομματικής δέσμευσης στη δημοσιονομική πειθαρχία, επισημαίνοντας ωστόσο ότι όσο πλησιάζει ο εκλογικός κύκλος αυξάνεται ο κίνδυνος επιβράδυνσης των μεταρρυθμίσεων. Αντίστοιχα, η Fitch χαρακτηρίζει τη δέσμευση της κυβέρνησης στη δημοσιονομική σύνεση ως ιδιαίτερα αξιόπιστη και εδραιωμένη σε ευρεία κοινωνική συναίνεση.
Παράλληλα, το δημογραφικό αναδεικνύεται σε ολοένα σημαντικότερο διαρθρωτικό περιορισμό. Η S&P περιγράφει τη συρρίκνωση και γήρανση του πληθυσμού ως μακροπρόθεσμο φρένο στον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης, ενώ Moody’s και Scope επισημαίνουν τις πιέσεις στην ανάπτυξη από τη γήρανση, την υπογεννητικότητα και τη συνεχιζόμενη εκροή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.






Μ.Η.Τ. 242183