UBS: Η ελβετική τράπεζα προβλέπει σταθερή πορεία χωρίς επιστροφή σε ελλείμματα έως το 2027 – Στο ραντάρ των αναλυτών οι εκλογές και η πιθανότητα τέλους των μονοκομματικών κυβερνήσεων.
Η Ελλάδα διαθέτει την καλύτερη δυναμική του δημόσιου χρέους ανάμεσα σε όλες τις οικονομίες που παρακολουθεί παγκοσμίως η UBS, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του ελβετικού επενδυτικού οίκου για τις προοπτικές του 2026-2027.
Παρότι το ελληνικό χρέος παραμένει υψηλό, καταγράφει τη μεγαλύτερη μείωση διεθνώς, επισημαίνουν οι αναλυτές, τονίζοντας ότι η χώρα δεν αναμένεται να επιστρέψει σε ελλείμματα έως και το 2027, ορίζοντα των προβλέψεών τους. Παράλληλα, οι ίδιοι επισημαίνουν ότι οι εκλογές του 2027 αποτελούν κομβικό σημείο, καθώς θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν το τέλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων έπειτα από οκτώ χρόνια.
Κόντρα στην παγκόσμια τάση αύξησης χρέους
Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί κατά 18 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από το 2019. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες ανέρχεται στο 100% του ΑΕΠ (+6 μονάδες από το 2019), ενώ στις αναδυόμενες διαμορφώνεται στο 43% (+12 μονάδες).
Όπως σημειώνει η UBS, η άνοδος αυτή θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη αν ο υψηλός πληθωρισμός δεν είχε εν μέρει απορροφήσει μέρος της πίεσης. Μετά την πανδημία και τις αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η προσωρινή πτώση των επιτοκίων επέτρεψε στις ανεπτυγμένες χώρες να μειώσουν το χρέος τους από το 109% του ΑΕΠ το 2020.
Από το 1990 και έπειτα, σύμφωνα με τα στοιχεία της UBS, οι οικονομίες με πρωτογενή ελλείμματα καταγράφουν σταθερή αύξηση του χρέους, ενώ όσες διατηρούν πλεονάσματα πετυχαίνουν τη σταθεροποίησή του. Σήμερα, το 76% των χωρών που παρακολουθεί ο οίκος εμφανίζουν πρωτογενή ελλείμματα.
Η Ελλάδα «πρωταθλήτρια» στη μείωση του χρέους
Η UBS συγκρίνει τη δημοσιονομική κατάσταση της Βραζιλίας –που χρειάζεται προσαρμογή 3,6 ποσοστιαίων μονάδων ΑΕΠ μόνο για να σταθεροποιήσει το χρέος της– με εκείνη της Ελλάδας, η οποία παρουσιάζει την καλύτερη δυναμική χρέους παγκοσμίως, καθώς το δημόσιο χρέος της μειώνεται κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ετησίως.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του οίκου, η Ελλάδα θα μπορούσε να διατηρήσει σταθερό το χρέος της ακόμη και με πρωτογενές έλλειμμα 2,4% του ΑΕΠ, όμως προβλέπεται να εμφανίσει πλεόνασμα 2,9% έως το τέλος του 2027.
Η UBS προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,2% το 2025, 2,4% το 2026 και 1,8% το 2027, με τον πληθωρισμό να κυμαίνεται στο 2,5%, 2,3% και 2,2% αντίστοιχα. Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα αναμένεται να διατηρηθούν (0,5% του ΑΕΠ φέτος, ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί για 2026-2027).
Εκλογές 2027: Στο μικροσκόπιο των επενδυτών
Η UBS υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές εκλογές έως τα μέσα του 2027 αποτελούν σημείο ενδιαφέροντος για τους επενδυτές, καθώς η σημερινή κυβέρνηση έχει διακριθεί για την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, την πρόοδο στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τη σημαντική μείωση του χρέους μέσω συνετής δημοσιονομικής πολιτικής.
Αν και οι εκλογές απέχουν χρονικά, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί προβάδισμα με περίπου 30%, ποσοστό χαμηλότερο σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές (40%-41%), γεγονός που, σύμφωνα με την UBS, καθιστά πιθανή την ανάγκη κυβερνητικού εταίρου. Παρ’ όλα αυτά, η UBS θεωρεί σημαντικό ότι το κυβερνών κόμμα διατηρεί σαφές προβάδισμα έναντι των βασικών αντιπολιτευτικών δυνάμεων.
Οι χώρες που χρειάζονται δημοσιονομική προσαρμογή
Οίκοι όπως η UBS διαπιστώνουν ότι Πολωνία, Γερμανία, ΗΠΑ και Γαλλία χρειάζονται σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή για τη σταθεροποίηση του χρέους τους:
Πολωνία: Η αύξηση των αμυντικών δαπανών διεύρυνε το έλλειμμα χωρίς παράλληλη δημοσιονομική αναθεώρηση.
Γερμανία: Η δημοσιονομική χαλάρωση και οι υψηλότερες δαπάνες για άμυνα και υποδομές ανέκοψαν την πρότερη σταθερότητα.
Γαλλία: Οι πολιτικές αστάθειες (πέντε παραιτήσεις πρωθυπουργών από το 2021) εμποδίζουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και προσαρμογή.
ΗΠΑ: Αν και η δυναμική του χρέους έχει βελτιωθεί χάρη σε αυξημένα έσοδα από δασμούς, τα δημοσιονομικά ελλείμματα άνω του 6% του ΑΕΠ υπερβαίνουν το όριο σταθεροποίησης, που η UBS υπολογίζει γύρω στο 5%.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με την UBS, αποτελεί θετικό παράδειγμα δημοσιονομικής σταθερότητας και αξιοπιστίας, συνδυάζοντας μείωση χρέους, πλεονάσματα και ανάπτυξη σε ένα περιβάλλον όπου οι περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες βλέπουν τα δημόσια οικονομικά τους να επιβαρύνονται.






Μ.Η.Τ. 242183